farmer
far
ˈfɑ:
faa
mer
formerframer

Ορισμός και σημασία του "farmer"στα αγγλικά

01

αγρότης, γεωργός

someone who has a farm or manages a farm 
farmer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
farmers
Παραδείγματα
He's a farmer known for his juicy watermelons. 

Είναι ένας αγρότης γνωστός για τα ζουμερά του καρπούζια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

farmer
farm
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store