Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fantasy
01
φαντασία, φανταστικό
a type of story, movie, etc. based on imagination, often involving magic and adventure
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fantasies
Παραδείγματα
He loves reading fantasy novels filled with magical creatures.
Αγαπά να διαβάζει φανταστικά μυθιστορήματα γεμάτα με μαγικά πλάσματα.
02
φαντασία, όνειρο
a world or idea created by imagination rather than reality
Παραδείγματα
He escaped into a fantasy of adventure and heroism.
Ξέφυγε σε μια φαντασία περιπέτειας και ηρωισμού.
03
ψευδαίσθηση, απάτη
something many people believe that is false
to fantasy
01
αφηνιάζω σε φαντασιώσεις, βυθίζομαι σε ονειροπολήσεις
indulge in fantasies
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fantasy
γ΄ ενικό πρόσωπο
fantasies
ενεστώτα μετοχή
fantasying
απλός αόριστος
fantasied
παθητική μετοχή
fantasied
Λεξικό Δέντρο
fantasize
fantastic
fantasy



























