Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fanlight
01
ανεμιστήρας παράθυρο, ημικυκλικό παράθυρο
a semicircular or fan-shaped window, usually located above a door or another window, designed to let in light and provide decorative detailing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fanlights
02
φαναρι, παραθυράκι οροφής
a window in a roof to admit daylight
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
fanlight
fan
light



























