Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Family court
01
οικογενειακό δικαστήριο, δικαστήριο οικογενειακών υποθέσεων
a court that decides on family matters such as divorce
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
family courts
Παραδείγματα
They had to go to family court to finalize their divorce and settle custody arrangements.
Έπρεπε να πάνε στο οικογενειακό δικαστήριο για να ολοκληρώσουν το διαζύγιό τους και να κανονίσουν τις ρυθμίσεις επιμέλειας.



























