Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fall off
01
πέφτω, καταρρέω
to fall from a particular position to the ground
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
fall
ενεστώτας
fall off
γ΄ ενικό πρόσωπο
falls off
ενεστώτα μετοχή
falling off
απλός αόριστος
fell off
παθητική μετοχή
fallen off
Παραδείγματα
The clumsy cat tried to balance on the narrow ledge but eventually lost its footing and fell off.
Η αδέξια γάτα προσπάθησε να ισορροπήσει στο στενό ράφι αλλά τελικά έχασε την ισορροπία της και έπεσε.
02
μειώνομαι, πέφτω
to decrease in quality, amount, degree, etc.
Intransitive
Παραδείγματα
The enthusiasm for the project began to fall off as challenges emerged during its implementation.
Ο ενθουσιασμός για το έργο άρχισε να μειώνεται καθώς προέκυψαν προκλήσεις κατά την υλοποίησή του.



























