Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fall down
01
πέφτω, καταρρέω
to fall to the ground
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down
βασικό ρήμα
fall
ενεστώτας
fall down
γ΄ ενικό πρόσωπο
falls down
ενεστώτα μετοχή
falling down
απλός αόριστος
fell down
παθητική μετοχή
fallen down
Παραδείγματα
The child tried to walk but ended up falling down on the soft grass.
Το παιδί προσπάθησε να περπατήσει αλλά κατέληξε να πέσει στο μαλακό γρασίδι.
02
αποτυγχάνω, πέφτω
to fail to meet the required standards or expectations, resulting in a lack of success
Intransitive
Παραδείγματα
The ambitious project fell down as it lacked proper planning and coordination.
Το φιλόδοξο έργο απέτυχε λόγω έλλειψης σωστής σχεδίασης και συντονισμού.



























