Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fall down
[phrase form: fall]
01
πέφτω, καταρρέω
to fall to the ground
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down
βασικό ρήμα
fall
ενεστώτας
fall down
γ΄ ενικό πρόσωπο
falls down
ενεστώτα μετοχή
falling down
απλός αόριστος
fell down
παθητική μετοχή
fallen down
Παραδείγματα
After a long day of hiking, fatigue set in, causing the exhausted adventurer to fall down.
Μετά από μια μακριά μέρα πεζοπορίας, η κούραση επήλθε, προκαλώντας τον εξαντλημένο περιηγητή να πέσει.
02
αποτυγχάνω, πέφτω
to fail to meet the required standards or expectations, resulting in a lack of success
Intransitive
Παραδείγματα
The candidate 's job application fell down because of insufficient qualifications for the position.
Η αίτηση εργασίας του υποψηφίου απέτυχε λόγω ανεπαρκών προσόντων για τη θέση.



























