Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Faggot
01
δέσμη ξύλων, δέσμη κλαδιών
a bundle of sticks and branches bound together
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
faggots
02
πουστης, αδελφή
a gay man, used to demean
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
He got suspended for calling his classmate a faggot in the hallway.
Αποκλείστηκε επειδή αποκάλεσε τον συμμαθητή του πουστάρα στο διάδρομο.
to faggot
01
δένω σε δεμάτι, δένω σε μάτσο
bind or tie up in or as if in a faggot
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
faggot
γ΄ ενικό πρόσωπο
faggots
ενεστώτα μετοχή
faggoting
απλός αόριστος
faggoted
παθητική μετοχή
faggoted
02
δένω, συναρμολογώ
fasten together rods of iron in order to heat or weld them
03
διακοσμώ, ενώνω με βελονιά φαγκότο
ornament or join (fabric) by faggot stitch
LanGeek



























