faggot
fa
ˈfæ
φαι
ggot
gət
γκατ
maggotagatestraggot

Ορισμός και σημασία του "faggot"στα αγγλικά

01

δέσμη ξύλων, δέσμη κλαδιών

a bundle of sticks and branches bound together 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
faggots
02

πουστης, αδελφή

a gay man, used to demean 
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
He got suspended for calling his classmate a faggot in the hallway. 

Αποκλείστηκε επειδή αποκάλεσε τον συμμαθητή του πουστάρα στο διάδρομο.

to faggot
01

δένω σε δεμάτι, δένω σε μάτσο

bind or tie up in or as if in a faggot 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
faggot
γ΄ ενικό πρόσωπο
faggots
ενεστώτα μετοχή
faggoting
απλός αόριστος
faggoted
παθητική μετοχή
faggoted
02

δένω, συναρμολογώ

fasten together rods of iron in order to heat or weld them 
03

διακοσμώ, ενώνω με βελονιά φαγκότο

ornament or join (fabric) by faggot stitch 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store