fad
fad
fæd
fād
farad

Ορισμός και σημασία του "fad"στα αγγλικά

01

μόδα, πυρετός

an interest, activity, or style that becomes popular for a short time and is followed with exaggerated enthusiasm 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fads
Παραδείγματα
The diet became a huge fad, but few stuck with it long-term. 

Η δίαιτα έγινε μια τεράστια μόδα, αλλά λίγοι την ακολούθησαν μακροπρόθεσμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

faddish
faddist
faddy
fad
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store