Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
factitious
01
τεχνητός, ψεύτικος
relating to something that is created artificially instead of naturally
Παραδείγματα
He felt uncomfortable with the factitious behavior of his colleagues at the meeting.
Αισθάνθηκε άβολα με την τεχνητή συμπεριφορά των συναδέλφων του στη συνάντηση.
Λεξικό Δέντρο
factitious
fact



























