Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Facial
01
φροντίδα προσώπου
a beauty treatment for one's face that consists of cleansing and messaging the face to improve its appearance and condition
Παραδείγματα
The salon provides facials for all skin types.
Το σαλόνι προσφέρει προσωποθεραπείες για όλους τους τύπους δέρματος.
02
προσωπικό νεύρο, κρανιακό προσωπικό νεύρο
cranial nerve that supplies facial muscles
facial
01
προσωπικός, εκφράσεις του προσώπου
relating to the face or its appearance
Παραδείγματα
The facial muscles allow for movements such as smiling and frowning.
Οι προσωπικοί μύες επιτρέπουν κινήσεις όπως το χαμόγελο και τη συνοφρύωση.
02
προσωπικός, επιφανειακός
of or pertaining to the outside surface of an object
Λεξικό Δέντρο
facial
face



























