eyestrain
eye
ˈaɪ
αι
strain
ˌstreɪn
στρειν
/ˈa‍ɪstɹe‍ɪn/

Ορισμός και σημασία του "eyestrain"στα αγγλικά

01

κόπωση των ματιών

discomfort or fatigue in the eyes, often caused by prolonged reading, screen time, or other activities requiring intense visual focus
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Using lubricating eye drops can alleviate dryness associated with eyestrain.
Η χρήση λιπαντικών σταγόνων για τα μάτια μπορεί να ανακουφίσει την ξηρότητα που σχετίζεται με την κόπωση των ματιών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store