eyesight
Pronunciation
/ˈaɪˌsaɪt/

Ορισμός και σημασία του "eyesight"στα αγγλικά

01

όραση, οπτική ικανότητα

the ability that enables a person to see
eyesight definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Eyesight tends to weaken as people age.
Η όραση τείνει να εξασθενεί καθώς οι άνθρωποι γερνούν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store