Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Eyesight
01
όραση, οπτική ικανότητα
the ability that enables a person to see
Παραδείγματα
Eyesight tends to weaken as people age.
Η όραση τείνει να εξασθενεί καθώς οι άνθρωποι γερνούν.
Λεξικό Δέντρο
eyesight
eye
sight



























