Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Eye-opener
01
αποκάλυψη, ξύπνημα
something that helps a person realize something new or different about a situation or a person
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
eye-openers
02
ένα ποτό για ξύπνημα, ένα δυναμωτικό ποτό
an alcoholic drink intended to wake one up early in the morning



























