Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
extramural
01
εξωσχολικός, εκτός προγράμματος
pertaining to activities or programs conducted outside the regular academic or professional setting
Παραδείγματα
He dedicated his weekends to extramural volunteering, contributing to various community service projects.
Αφιέρωσε τα σαββατοκύριακά του στον εξωσχολικό εθελοντισμό, συμβάλλοντας σε διάφορα έργα κοινωνικής υπηρεσίας.
Λεξικό Δέντρο
extramural
extra
mural



























