Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to extradite
01
εκδίδω, παραδίδω
to send someone accused of a crime to the place where the crime happened or where they are wanted for legal matters
Transitive: to extradite a suspect or criminal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
extradite
γ΄ ενικό πρόσωπο
extradites
ενεστώτα μετοχή
extraditing
απλός αόριστος
extradited
παθητική μετοχή
extradited
Παραδείγματα
The fugitive was arrested in one country and extradited to face charges in another for embezzlement.
Ο δραπέτης συνελήφθη σε μια χώρα και εκδόθηκε για να αντιμετωπίσει κατηγορίες σε άλλη χώρα για υπεξαίρεση.
Λεξικό Δέντρο
extradition
extradite



























