extra large
ext
ˈɛkst
ekst
ra
large
lɑ:ʤ
laaj
XL

Ορισμός και σημασία του "extra large"στα αγγλικά

01

πολύ μεγάλο, extra large

(of a size) larger than large, often used for clothing, packaging, or other items 
extra large definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
extra larges
Παραδείγματα
He ordered an extra large coffee to start his day. 

Παρήγγειλε έναν πολύ μεγάλο καφέ για να ξεκινήσει τη μέρα του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store