Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Extermination
01
εξόντωση
the act of exterminating
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
εξόντωση, αφανισμός
the act of completely destroying or eliminating something, especially a population or group
Παραδείγματα
The extermination of invasive species is necessary to protect native ecosystems.
Ο εξολόθρευση των εισβολικών ειδών είναι απαραίτητη για την προστασία των ιθαγενών οικοσυστημάτων.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
extermination
exterminate
extermin



























