Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Amino acid
01
αμινοξύ, αμινοξέα
any organic compound that creates the basic structure of proteins
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
amino acids



























