Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
extensively
01
εκτενώς, ευρέως
over a large area or covering a wide range of subjects, places, or people
Παραδείγματα
He communicates extensively with experts from different fields.
Επικοινωνεί εκτενώς με ειδικούς από διαφορετικά πεδία.
02
εκτενώς, αφθονώς
to a great degree, in large amounts, or by many people
Παραδείγματα
The app has been extensively downloaded since its release.
Η εφαρμογή έχει εκτενώς κατέβει από την κυκλοφορία της.
Λεξικό Δέντρο
extensively
extensive
extend



























