expense
ex
ˈɪks
iks
pense
pɛns
pens
expanse
expence

Ορισμός και σημασία του "expense"στα αγγλικά

01

έξοδο, δαπάνη

the amount of money spent to do or have something 
expense definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
expenses
Παραδείγματα
Keeping track of your monthly expenses can help you create a realistic budget. 

Η παρακολούθηση των μηνιαίων δαπανών σας μπορεί να σας βοηθήσει να δημιουργήσετε ένα ρεαλιστικό προϋπολογισμό.

02

κόστος, δαπάνη

a cost, loss, or disadvantage incurred in order to achieve something 
Παραδείγματα
He achieved success at the expense of his social life. 

Πέτυχε την επιτυχία με το κόστος της κοινωνικής του ζωής.

03

επαγγελματικά έξοδα, έξοδα εργασίας

money spent by an employee to perform job-related tasks, typically paid back by an employer 
Παραδείγματα
She submitted her travel expenses for reimbursement. 

Υπέβαλε τα έξοδά της για ταξίδια για αποζημίωση.

to expense
01

καταχωρίζω ως δαπάνη, καταγράφω ως έξοδο

to record a cost or loss that decreases the estimated value of an asset or resource 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
expense
γ΄ ενικό πρόσωπο
expenses
ενεστώτα μετοχή
expensing
απλός αόριστος
expensed
παθητική μετοχή
expensed
Παραδείγματα
The company expensed the new equipment over five years. 

Η εταιρεία αποσβέθηκε τον νέο εξοπλισμό σε πέντε χρόνια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store