Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to expend
01
δαπανώ, επενδύω
to spend money for various purposes, such as acquiring goods, services, or assets
Transitive: to expend money
Παραδείγματα
Businesses carefully plan and expend funds on marketing strategies to increase brand visibility.
Οι επιχειρήσεις σχεδιάζουν προσεκτικά και δαπανών κεφάλαια σε στρατηγικές μάρκετινγκ για να αυξήσουν την ορατότητα της μάρκας.
02
δαπανώ, καταναλώνω
to consume or spend resources, energy, or time for a specific purpose
Transitive: to expend resources or time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
expend
γ΄ ενικό πρόσωπο
expends
ενεστώτα μετοχή
expending
απλός αόριστος
expended
παθητική μετοχή
expended
Παραδείγματα
The company had to expend a significant amount of money to launch the new product.
Η εταιρεία έπρεπε να δαπανήσει ένα σημαντικό ποσό χρημάτων για την κυκλοφορία του νέου προϊόντος.
Λεξικό Δέντρο
expendable
expender
expending
expend



























