Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
expeditious
01
γρήγορος, αποτελεσματικός
done very quickly without wasting time or resources
Παραδείγματα
The expeditious decision-making process helped resolve the issue quickly.
Η γρήγορη διαδικασία λήψης αποφάσεων βοήθησε στην επίλυση του προβλήματος γρήγορα.
Λεξικό Δέντρο
expeditiously
expeditiousness
expeditious
exped



























