expeditious
ex
ˌɛks
εκσ
pe
πα
di
ˈdɪ
ντι
tious
ʃəs
σασ
/ˌɛkspədˈɪʃəs/

Ορισμός και σημασία του "expeditious"στα αγγλικά

expeditious
01

γρήγορος, αποτελεσματικός

done very quickly without wasting time or resources
Approving
Formal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most expeditious
συγκριτικός βαθμός
more expeditious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The expeditious decision-making process helped resolve the issue quickly.
Η γρήγορη διαδικασία λήψης αποφάσεων βοήθησε στην επίλυση του προβλήματος γρήγορα.

Λεξικό Δέντρο

expeditiously
expeditiousness
expeditious
exped
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store