expediency
ex
ˈɪks
iks
pe
pi:
pi
dien
diən
diēn
cy
si
si

Ορισμός και σημασία του "expediency"στα αγγλικά

01

ευκαιρία, κατάλληλο

the situation in which some action is useful or necessary, even if it is not morally acceptable 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The decision was made out of expediency, even though it compromised their principles. 

Η απόφαση λήφθηκε για λόγους πρακτικότητας, αν και θυσίαζε τις αρχές τους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store