Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Amharic
01
Αμχαρική, η επίσημη γλώσσα της Αιθιοπίας
the dominant and official language of Ethiopia; a Semitic language much influenced by the Cushitic language with which Amhara have been in close contact
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
amharic
01
αμχαρικός, σχετικός με τα αμχαρικά
related to or characteristic of or written in Amharic
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο



























