amharic
am
ɑm
αμ
ha
ˈhɑ
χα
ric
rɪk
ρικ
/amhˈaɹɪk/

Ορισμός και σημασία του "Amharic"στα αγγλικά

01

Αμχαρική, η επίσημη γλώσσα της Αιθιοπίας

the dominant and official language of Ethiopia; a Semitic language much influenced by the Cushitic language with which Amhara have been in close contact
Amharic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
01

αμχαρικός, σχετικός με τα αμχαρικά

related to or characteristic of or written in Amharic
Amharic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store