Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to exorcise
01
εξορκίζω, διώχνω δαιμόνια
to remove or expel an evil spirit from a person or place through the use of rituals, prayers, or supernatural methods
Transitive: to exorcise an evil spirit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
exorcise
γ΄ ενικό πρόσωπο
exorcises
ενεστώτα μετοχή
exorcising
απλός αόριστος
exorcised
παθητική μετοχή
exorcised
Παραδείγματα
The priest performed a ritual to exorcise the malevolent entity.
Ο ιερέας πραγματοποίησε μια τελετή για να εξορκίσει την κακόβουλη οντότητα.
02
εξορκίζω, απαλλάσσω
to thoroughly rid one's mind or memory of something unpleasant
Transitive: to exorcise thoughts or emotions
Παραδείγματα
She tried to exorcise the traumatic memories from her childhood through therapy.
Προσπάθησε να εξορκίσει τις τραυματικές αναμνήσεις από την παιδική της ηλικία μέσω της θεραπείας.
Λεξικό Δέντρο
exorciser
exorcise



























