Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
existent
01
υπάρχων, πραγματικός
being or occurring in fact or actuality; having verified existence; not illusory
02
υπάρχων, πραγματικός
having existence or being or actuality
Παραδείγματα
The existent team will lead the project moving forward.
Η υπάρχουσα ομάδα θα ηγηθεί του έργου στο μέλλον.
Λεξικό Δέντρο
coexistent
nonexistent
preexistent
existent
exist



























