Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Exhibitionism
01
εξιμπισιονισμός, σεξουαλική επίδειξη
compulsive display of one's genitals for the purpose of sexual gratification
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
exhibitionisms
02
επεικονισμός, επιδεικτική συμπεριφορά
extravagant and conspicuous behavior intended to attract attention to yourself
Λεξικό Δέντρο
exhibitionism
exhibition
exhibit



























