Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to exert
01
ασκώ, εφαρμόζω
to put force on something or to use power in order to influence someone or something
Transitive: to exert influence or power | to exert influence or power on sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
exert
γ΄ ενικό πρόσωπο
exerts
ενεστώτα μετοχή
exerting
απλός αόριστος
exerted
παθητική μετοχή
exerted
Παραδείγματα
The charismatic leader was able to exert a significant influence on the team.
Ο χαρισματικός ηγέτης μπόρεσε να ασκήσει σημαντική επιρροή στην ομάδα.
02
ασκώ, εφαρμόζω
to apply considerable energy, strength, or focus
Transitive: to exert oneself
Παραδείγματα
After a long day of hiking, he felt exhausted, having exerted himself to reach the summit of the mountain.
Μετά από μια μεγάλη μέρα πεζοπορίας, αισθάνθηκε εξαντλημένος, έχοντας επιδείξει προσπάθεια για να φτάσει στην κορυφή του βουνού.
Λεξικό Δέντρο
exertion
overexert
exert



























