Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
except
01
εκτός, εξαιρουμένου
used to introduce an exclusion
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
All the books are in the box except the one I'm reading.
Όλα τα βιβλία είναι στο κουτί εκτός από αυτό που διαβάζω.
except
01
εκτός, εξαιρουμένου
used before you mention something that makes a statement not completely true
to except
01
εξαιρώ, αποκλείω
prevent from being included or considered or accepted
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
except
γ΄ ενικό πρόσωπο
excepts
ενεστώτα μετοχή
excepting
απλός αόριστος
excepted
παθητική μετοχή
excepted
02
εξαιρώ, αντιτίθεμαι
take exception to



























