except
exc
ˈɪks
iks
ept
ɛpt
ept
excerpt

Ορισμός και σημασία του "except"στα αγγλικά

01

εκτός, εξαιρουμένου

used to introduce an exclusion 
except definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
All the books are in the box except the one I'm reading. 

Όλα τα βιβλία είναι στο κουτί εκτός από αυτό που διαβάζω.

01

εκτός, εξαιρουμένου

used before you mention something that makes a statement not completely true 
to except
01

εξαιρώ, αποκλείω

prevent from being included or considered or accepted 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
except
γ΄ ενικό πρόσωπο
excepts
ενεστώτα μετοχή
excepting
απλός αόριστος
excepted
παθητική μετοχή
excepted
02

εξαιρώ, αντιτίθεμαι

take exception to 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store