except
exc
ˈɪks
ικσ
ept
ɛpt
επτ
/ɪkˈsɛpt/

Ορισμός και σημασία του "except"στα αγγλικά

01

εκτός, εξαιρουμένου

used to introduce an exclusion
except definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
We invited everyone except our noisy neighbor.
Προσκαλέσαμε όλους εκτός από τον θορυβώδη γείτονά μας.
01

εκτός, εξαιρουμένου

used before you mention something that makes a statement not completely true
to except
01

εξαιρώ, αποκλείω

prevent from being included or considered or accepted
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
except
γ΄ ενικό πρόσωπο
excepts
ενεστώτα μετοχή
excepting
απλός αόριστος
excepted
παθητική μετοχή
excepted
02

εξαιρώ, αντιτίθεμαι

take exception to
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store