Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Excellence
01
αριστεία, υπεροχή
the quality of being extremely good in a particular field or activity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The university is known for its excellence in research.
Το πανεπιστήμιο είναι γνωστό για την αριστεία του στην έρευνα.
02
αριστεία, πλεονέκτημα
an outstanding feature; something in which something or someone excels
Λεξικό Δέντρο
excellency
excellence
excel



























