to excel
exc
ˈɪks
iks
el
ɛl
el
expel

Ορισμός και σημασία του "excel"στα αγγλικά

to excel
01

διακρίνομαι, ξεχωρίζω

to demonstrate exceptional skill, achievement, or proficiency in a particular activity, subject, or field 
Intransitive
to excel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
excel
γ΄ ενικό πρόσωπο
excels
ενεστώτα μετοχή
excelling
απλός αόριστος
excelled
παθητική μετοχή
excelled
Παραδείγματα
Lauren always excels during performances and consistently earns the lead roles. 

Η Λόρεν πάντα διακρίνεται κατά τις παραστάσεις και κερδίζει συνεχώς τους πρωταγωνιστικούς ρόλους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store