Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to excel
01
διακρίνομαι, ξεχωρίζω
to demonstrate exceptional skill, achievement, or proficiency in a particular activity, subject, or field
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
excel
γ΄ ενικό πρόσωπο
excels
ενεστώτα μετοχή
excelling
απλός αόριστος
excelled
παθητική μετοχή
excelled
Παραδείγματα
Lauren always excels during performances and consistently earns the lead roles.
Η Λόρεν πάντα διακρίνεται κατά τις παραστάσεις και κερδίζει συνεχώς τους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Λεξικό Δέντρο
excellence
excellent
excel



























