excavator
ex
ˈɛks
eks
ca
va
veɪ
vei
tor

Ορισμός και σημασία του "excavator"στα αγγλικά

01

εκσκαφέας, μηχανή εκσκαφής

a machine for excavating 
excavator definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
excavators
02

εκσκαφέας, εργάτης εκσκαφής

a workman who excavates for foundations of buildings or for quarrying 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

excavator
excavate
excav
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store