Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ewer
01
κανάτα, στάμνα
an open vessel with a handle and a spout for pouring
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ewers
LanGeek



























