ewer
Pronunciation
/ˈjuɝ/
/jˈuːɐ/

Ορισμός και σημασία του "ewer"στα αγγλικά

01

κανάτα, στάμνα

an open vessel with a handle and a spout for pouring
ewer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ewers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store