Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Evidence
01
απόδειξη, τεκμήριο
anything that proves the truth or possibility of something, such as facts, objects, or signs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Historical documents and artifacts serve as valuable evidence for understanding past civilizations and events.
Τα ιστορικά έγγραφα και τα αντικείμενα χρησιμεύουν ως πολύτιμες αποδείξεις για την κατανόηση παλαιών πολιτισμών και γεγονότων.
1.1
απόδειξη, μαρτυρία
a statement, document, or object that is used in a law court for establishing facts
Παραδείγματα
The evidence was overwhelming, and the jury quickly reached a verdict, convicting the defendant of all charges.
Τα στοιχεία ήταν συντριπτικά και το δικαστήριο έφτασε γρήγορα σε απόφαση, καταδικάζοντας τον κατηγορούμενο για όλες τις κατηγορίες.
02
απόδειξη, ένδειξη
a sign or indication that suggests something
to evidence
01
αποδεικνύω, μαρτυρώ
provide evidence for; stand as proof of; show by one's behavior, attitude, or external attributes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
evidence
γ΄ ενικό πρόσωπο
evidences
ενεστώτα μετοχή
evidencing
απλός αόριστος
evidenced
παθητική μετοχή
evidenced
02
παρέχω αποδείξεις, προσκομίζω αποδείξεις
provide evidence for
03
καταθέτω, παρέχω αποδεικτικά στοιχεία
give evidence



























