Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Evidence
01
απόδειξη, τεκμήριο
anything that proves the truth or possibility of something, such as facts, objects, or signs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The prosecution presented compelling evidence, including DNA analysis and eyewitness testimony, to support their case.
Η εισαγγελία παρουσίασε πειστικά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένης της ανάλυσης DNA και της μαρτυρίας αυτόπτων μαρτύρων, για να υποστηρίξει την υπόθεσή της.
1.1
απόδειξη, μαρτυρία
a statement, document, or object that is used in a law court for establishing facts
Παραδείγματα
The detectives found crucial evidence at the crime scene that linked the suspect to the murder.
Οι ντετέκτιβ βρήκαν κρίσιμες αποδείξεις στη σκηνή του εγκλήματος που συνέδεαν τον ύποπτο με τη δολοφονία.
02
απόδειξη, ένδειξη
a sign or indication that suggests something
to evidence
01
αποδεικνύω, μαρτυρώ
provide evidence for; stand as proof of; show by one's behavior, attitude, or external attributes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
evidence
γ΄ ενικό πρόσωπο
evidences
ενεστώτα μετοχή
evidencing
απλός αόριστος
evidenced
παθητική μετοχή
evidenced
02
παρέχω αποδείξεις, προσκομίζω αποδείξεις
provide evidence for
03
καταθέτω, παρέχω αποδεικτικά στοιχεία
give evidence



























