Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to evert
01
αναποδογυρίζω, αντιστρέφω
to make the inside part of something face outside and the outside part face inside
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
evert
γ΄ ενικό πρόσωπο
everts
ενεστώτα μετοχή
everting
απλός αόριστος
everted
παθητική μετοχή
everted



























