Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Everlasting flower
01
αιώνιο λουλούδι, αθάνατο λουλούδι
a type of plant, often from the daisy family, whose blooms retain their form, color, and texture for a long time after being dried
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
everlasting flowers
Παραδείγματα
Her collection of everlasting flowers filled the room with vibrant colors, even though they had been dried for years.
Η συλλογή της από αιώνια λουλούδια γέμισε το δωμάτιο με ζωηρά χρώματα, παρόλο που είχαν στεγνώσει για χρόνια.



























