Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to eulogize
01
εγκωμιάζω, εξυμνώ
to praise highly, especially in a formal speech or writing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
eulogize
γ΄ ενικό πρόσωπο
eulogizes
ενεστώτα μετοχή
eulogizing
απλός αόριστος
eulogized
παθητική μετοχή
eulogized
Παραδείγματα
She eulogized her mentor during the retirement party, expressing gratitude for the guidance and support over the years.
Εξύμνησε τον μέντορά της κατά τη διάρκεια της συνταξιοδοτικής γιορτής, εκφράζοντας ευγνωμοσύνη για την καθοδήγηση και την υποστήριξη όλα αυτά τα χρόνια.
Λεξικό Δέντρο
eulogize
eulog



























