Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ethnocentric
01
εθνοκεντρικός, επικεντρωμένος στη δική του εθνική ομάδα
having a focus on a particular ethnic group, especially with the belief that it is superior or more important than others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ethnocentric
συγκριτικός βαθμός
more ethnocentric
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She challenged the ethnocentric narratives in her history class by introducing alternative viewpoints.
Αμφισβήτησε τις εθνοκεντρικές αφηγήσεις στο μάθημα ιστορίας της εισάγοντας εναλλακτικές απόψεις.
Λεξικό Δέντρο
ethnocentric
ethnocentr



























