Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ethnocentric
01
εθνοκεντρικός, επικεντρωμένος στη δική του εθνική ομάδα
having a focus on a particular ethnic group, especially with the belief that it is superior or more important than others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ethnocentric
συγκριτικός βαθμός
more ethnocentric
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The documentary criticized the ethnocentric views that shaped colonial policies.
Το ντοκιμαντέρ επέκρινε τις εθνοκεντρικές απόψεις που διαμόρφωσαν την αποικιακή πολιτική.
Λεξικό Δέντρο
ethnocentric
ethnocentr



























