ethic
e
ˈɛ
e
thic
θɪk
thik
ethnic

Ορισμός και σημασία του "ethic"στα αγγλικά

01

ηθική, ηθική

a set of accepted principles of right and wrong followed by a person or group 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ethics
Παραδείγματα
Professional ethic guides doctors in their work. 

Η επαγγελματική ηθική καθοδηγεί τους γιατρούς στην εργασία τους.

02

ηθική, ηθική

a system of principles governing morality and acceptable conduct 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

ethical
ethicism
ethicist
ethic
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store