Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
esurient
01
αδηφάγος, λαίμαργος
devouring or craving food in great quantities
02
πεινασμένος, λιμοκτονούντας
extremely hungry
03
άπληστος, ποθών
(often followed by `for') ardently or excessively desirous
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most esurient
συγκριτικός βαθμός
more esurient
διαβαθμίσιμο



























