Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to estrange
01
αποξενώνω, απομακρύνω
to make someone feel emotionally separated or distant from others, often due to disagreements or hurt feelings
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
estrange
γ΄ ενικό πρόσωπο
estranges
ενεστώτα μετοχή
estranging
απλός αόριστος
estranged
παθητική μετοχή
estranged
Παραδείγματα
His dishonesty estranged him from his closest friends.
Η ατιμία του τον αποξένωσε από τους πιο κοντινούς του φίλους.
02
αποξενώνω, απομακρύνω
remove from customary environment or associations
Λεξικό Δέντρο
estranged
estrangement
estranging
estrange



























