Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Estivation
01
εστιβέισιον, προανθοφορία
the way a flower bud's sepals and petals are folded before it opens
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The botanist examined the estivation patterns to identify the species.
Ο βοτανολόγος εξέτασε τα πρότυπα εστιβάσεως για να προσδιορίσει το είδος.
02
θερινή νάρκη, εστίβαση
a summer hibernation for animals to conserve energy during hot and dry conditions
Παραδείγματα
The desert tortoise undergoes estivation to survive the intense summer heat.
Η χελώνα της ερήμου υφίσταται θερινή νάρκη για να επιβιώσει από την έντονη καλοκαιρινή ζέστη.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
estivation
estivate



























