essay
e
ˈɛ
e
ssay
seɪ
sei

Ορισμός και σημασία του "essay"στα αγγλικά

01

δοκίμιο

a piece of writing that briefly analyzes or discusses a specific subject 
essay definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
essays
Παραδείγματα
She wrote an essay about climate change for her biology class. 

Έγραψε ένα δοκίμιο για την κλιματική αλλαγή για το μάθημα βιολογίας της.

02

δοκιμή, πείραμα

a preliminary or experimental attempt at doing something 
Παραδείγματα
His first essay at painting was rough but full of potential. 

Η πρώτη του προσπάθεια στη ζωγραφική ήταν τραχιά αλλά γεμάτη δυνατότητες.

to essay
01

προσπαθώ, δοκιμάζω

to make an effort in performing a task or activity 
Transitive: to essay sth | to essay doing sth
to essay definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
essay
γ΄ ενικό πρόσωπο
essays
ενεστώτα μετοχή
essaying
απλός αόριστος
essayed
παθητική μετοχή
essayed
Παραδείγματα
She essayed a smile, despite feeling nervous about the presentation. 

Προσπάθησε να χαμογελάσει, παρά το άγχος της για την παρουσίαση.

02

δοκιμάζω, δοκιμάζω πειραματικά

to test or use something experimentally to determine its quality or effectiveness 
Transitive: to essay a new product or method
to essay definition and meaning
Παραδείγματα
Scientists essayed the drug on volunteers to observe its effects. 

Οι επιστήμονες δοκίμασαν το φάρμακο σε εθελοντές για να παρατηρήσουν τις επιδράσεις του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store