Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Essay
01
δοκίμιο
a piece of writing that briefly analyzes or discusses a specific subject
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
essays
Παραδείγματα
The newspaper published an essay criticizing government policies.
Η εφημερίδα δημοσίευσε ένα δοκίμιο που επικρίνει τις κυβερνητικές πολιτικές.
02
δοκιμή, πείραμα
a preliminary or experimental attempt at doing something
Παραδείγματα
The chef 's essay at fusion cuisine received mixed reviews.
Το δοκίμιο του σεφ στη fusion κουζίνα έλαβε ανάμεικτες κριτικές.
to essay
01
προσπαθώ, δοκιμάζω
to make an effort in performing a task or activity
Transitive: to essay sth | to essay doing sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
essay
γ΄ ενικό πρόσωπο
essays
ενεστώτα μετοχή
essaying
απλός αόριστος
essayed
παθητική μετοχή
essayed
Παραδείγματα
I decided to essay cooking a complicated recipe for the first time.
Αποφάσισα να δοκιμάσω να μαγειρέψω μια περίπλοκη συνταγή για πρώτη φορά.
02
δοκιμάζω, δοκιμάζω πειραματικά
to test or use something experimentally to determine its quality or effectiveness
Transitive: to essay a new product or method
Παραδείγματα
They essayed the strength of the bridge by driving heavy trucks across it.
Δοκίμασαν την αντοχή της γέφυρας οδηγώντας βαριά φορτηγά πάνω της.
Λεξικό Δέντρο
essayist
essay



























