Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Esprit
01
πνεύμα
a lively, quick-witted, or vivacious quality, often characterized by intelligence, wit, or charm
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Her speech was marked by an esprit that captivated the audience, blending humor and insight effortlessly.
Η ομιλία της χαρακτηρίστηκε από ένα esprit που γοήτευε το κοινό, συνδυάζοντας χιούμορ και διορατικότητα χωρίς προσπάθεια.



























