esprit
esp
ˈɛsp
esp
rit
ri:
ri
decreereverylesseedebris

Ορισμός και σημασία του "esprit"στα αγγλικά

01

πνεύμα

a lively, quick-witted, or vivacious quality, often characterized by intelligence, wit, or charm 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Her speech was marked by an esprit that captivated the audience, blending humor and insight effortlessly. 

Η ομιλία της χαρακτηρίστηκε από ένα esprit που γοήτευε το κοινό, συνδυάζοντας χιούμορ και διορατικότητα χωρίς προσπάθεια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store