to eschew
es
ɪs
is
chew
ˈʧu:
choo
pursueuntrueaccruebamboo

Ορισμός και σημασία του "eschew"στα αγγλικά

to eschew
01

αποφεύγω, απέχω

to avoid a thing or doing something on purpose 
Transitive: to eschew sth
to eschew definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
eschew
γ΄ ενικό πρόσωπο
eschews
ενεστώτα μετοχή
eschewing
απλός αόριστος
eschewed
παθητική μετοχή
eschewed
Παραδείγματα
Health-conscious individuals often eschew sugary beverages in favor of water or herbal tea. 

Οι άνθρωποι που ενδιαφέρονται για την υγεία αποφεύγουν συχνά τα σακχαρούχα ποτά υπέρ του νερού ή του τσαγιού με βότανα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store