Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to eschew
01
αποφεύγω, απέχω
to avoid a thing or doing something on purpose
Transitive: to eschew sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
eschew
γ΄ ενικό πρόσωπο
eschews
ενεστώτα μετοχή
eschewing
απλός αόριστος
eschewed
παθητική μετοχή
eschewed
Παραδείγματα
Health-conscious individuals often eschew sugary beverages in favor of water or herbal tea.
Οι άνθρωποι που ενδιαφέρονται για την υγεία αποφεύγουν συχνά τα σακχαρούχα ποτά υπέρ του νερού ή του τσαγιού με βότανα.



























