escarpment
Pronunciation
/ɛˈskɑɹpmənt/

Ορισμός και σημασία του "escarpment"στα αγγλικά

01

απόκρημνο, προμαχώνας

a steep man-made slope in front of a fortification
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
escarpments
Παραδείγματα
A wooden palisade crowned the escarpment for added defense.
Ένας ξύλινος πασσαλότοιχος στεφάνωσε τον απόκρημνο λόφο για επιπλέον άμυνα.
02

γκρεμός, απόκρημνη πλαγιά

a steep, high slope or cliff formed by erosion
Παραδείγματα
The escarpment created a dramatic backdrop for the waterfall, enhancing its scenic beauty.
Ο αποκρημνισμός δημιούργησε ένα δραματικό φόντο για τον καταρράκτη, ενισχύοντας την οπτική του ομορφιά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store