Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Escape valve
01
βαλβίδα ασφαλείας, βαλβίδα διαφυγής
a valve in a container in which pressure can build up (as a steam boiler); it opens automatically when the pressure reaches a dangerous level
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
escape valves



























