Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to escalate
01
επιδεινώνω, εντείνω
to make something become much worse or more intense
Transitive: to escalate a situation
Παραδείγματα
Ignoring the initial signs of conflict can escalate the situation.
Η αγνόηση των αρχικών σημείων σύγκρουσης μπορεί να επιδεινώσει την κατάσταση.
02
επιδεινώνομαι, κλιμακώνομαι
to become much worse or more intense
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
escalate
γ΄ ενικό πρόσωπο
escalates
ενεστώτα μετοχή
escalating
απλός αόριστος
escalated
παθητική μετοχή
escalated
Παραδείγματα
Misunderstandings can quickly escalate if not addressed early.
Οι παρεξηγήσεις μπορούν γρήγορα κλιμακωθούν αν δεν αντιμετωπιστούν νωρίς.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
escalation
escalator
escalate
escal



























