Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to escalate
01
επιδεινώνω, εντείνω
to make something become much worse or more intense
Transitive: to escalate a situation
Παραδείγματα
The company 's poor decisions escalated its financial struggles.
Οι κακές αποφάσεις της εταιρείας επέδειξαν τις οικονομικές της δυσκολίες.
02
επιδεινώνομαι, κλιμακώνομαι
to become much worse or more intense
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
escalate
γ΄ ενικό πρόσωπο
escalates
ενεστώτα μετοχή
escalating
απλός αόριστος
escalated
παθητική μετοχή
escalated
Παραδείγματα
Tensions were continuously escalating as negotiations broke down.
Οι εντάσεις επιδεινώνονταν συνεχώς καθώς οι διαπραγματεύσεις κατέρρεαν.
Λεξικό Δέντρο
escalation
escalator
escalate
escal



























