to escalate
es
ˈɛs
es
ca
late
leɪt
leit

Ορισμός και σημασία του "escalate"στα αγγλικά

to escalate
01

επιδεινώνω, εντείνω

to make something become much worse or more intense 
Transitive: to escalate a situation
to escalate definition and meaning
Παραδείγματα
Ignoring the initial signs of conflict can escalate the situation. 

Η αγνόηση των αρχικών σημείων σύγκρουσης μπορεί να επιδεινώσει την κατάσταση.

02

επιδεινώνομαι, κλιμακώνομαι

to become much worse or more intense 
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
escalate
γ΄ ενικό πρόσωπο
escalates
ενεστώτα μετοχή
escalating
απλός αόριστος
escalated
παθητική μετοχή
escalated
Παραδείγματα
Misunderstandings can quickly escalate if not addressed early. 

Οι παρεξηγήσεις μπορούν γρήγορα κλιμακωθούν αν δεν αντιμετωπιστούν νωρίς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store